Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008


Ουσία

Δύσκολο τελικά να γράψεις επί της ούσίας. Για αυτό που πραγματικά σε βασανίζει, σε ταλαιπωρεί και τελικά σε σκοτώνει, είτε ψυχικά είτε σωματικά (το ίδιο είναι). Και καμια φορά πρέπει να σκοτωθείς για να ξεφύγεις από την ανυπαρξία, έτσι δεν είναι? Ο θάνατος που τελικά οδηγεί στη ζωή, ο θάνατος που σε αποξενώνει και σε απελευθερώνει από τους καθημερινούς σου θανάτους. Βαρέθηκα να πεθαίνω, βαρέθηκα να μην ανασταίνομαι ποτέ, γενικά βαρέθηκα τους πάντες και τα πάντα, μα πιο πολύ εμένα. Βαρέθηκα να γράφω ανορθόγραφα!

Δύσκολο να γράψεις επί της ουσίας. Να απελευθερώσεις τους δαίμονες του παρελθόντος, τα φρικιά του παρόντος και τους δράκους του μέλλοντος! Γλυκόξινο χταπόδι με φάβα. Αυτή είναι η τωρινή μου πραγματικότητα. Γλυκόξινο χταπόδι με φάβα. Μια κουταλιά της σούπας μέλι, να γλυκάνει το χταπόδι. 2-3 φλυτζάνια νερό, 3 κουτάλια της σούπας ελαιόλαδο, λίγο φρέσκο χυμό λεμονιού, 1 κουτάλι της σούπας ξύδι. Η συνταγή. Του γλυκόξινου χταποδιού με φάβα, όχι της ζωής. Της ζώής με τα πολλά πλοκάμια, με τις γλυκές και τις ξινές στιγμές, και με τους λάκκους που έχει η φάβα! Τελικά η ζωή είναι γλυκόξινο χταπόδι με φάβα! Τι μαθαίνεις τελικά από την κρατική τηλεόραση! Και αν δεν αρέσει κάτι σε κάποιους μπορούμε να αφαιρέσουμε υλικά. Τι να αφαιρέσεις από την ζωή? Το ξύδι ή το μέλι? Το λεμόνι, το αλάτι ή το πιπέρι? Επί της ουσίας... τι να γράψεις επί της ουσίας?

Η ώρα πήγε 9:06! Δύσκολο να γράψεις επί της ουσίας. Προσπαθώ κάνοντας ουσιαστικά καμία προσπάθεια! Λόγια, σκέψεις, μαλακίες. Επί του πρακτέου, απών. Επί της ουσίας, ανούσιος. Ξέχασα τον μαϊντανό για την φάβα. Παντού πάει ο μαϊντανός. Στη φάβα, στις φασόλες τις βραστές, στην ταχίνι, στην τηλεόραση! Παντού μαϊνατανός, μαϊντανοί και άλλα χορταρικά. Και ξαφνικά θυμάμαι τους αρχαίους έλληνες φιλόσοφους! Ελένη Βιτάλη, μία είναι η ουσία δεν υπάρχει αθανασία. Ρε συ Ελένη, και αθανασία υπάρχει και σταυρούλα υπάρχει και σούλλα υπάρχει. Τι διάολο φιλοσοφία είνάι αυτή?

9:10, η αθανασία δεν ζει πια εδώ. Ούτε και η ουσία. Πως γίνεται να λείπει η ουσία και να είναι παρών οι ουσίες? Η διαφορά είναι στο άρθρο. Άλλο Η ουσία και άλλο ΟΙ ουσίες! Αν φυσικά κάτσεις να ακούσεις τις καινούργιες μυαλοκαλλιέργειες του Δρος Ματσάκη θα μου πεις ότι τελικά Η ουσία είναι το ίδιο με το Η ουσίες. Αρά πάει περίπατο το επιχείρημα σου κύριε ότι η ειδοποιός διαφορά είναι το άρθρο. Βαρέθηκα να γράφω ανορθόγραφα!

Βαρέθηκα να γράφω γενικά! Αν εσύ κατάλαβες τι έγραψα τότε έχεις παρόμοιο πρόβλημα με μένα- που κατάλαβα τι έγραψα! Ζήτησε αμέσως ιατρική συμβουλή. Υπάρχει σωτηρία! Και αθανασία, και σταυρούλα και σούλλα!!

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

151

Με βάση αυτό είμαι σχεδόν ιδιοφυΐα..Γιατί νιώθω ηλίθιος? Ίσως να είμαι ένας μεγαλοφυής ηλίθιος.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Ελπίδα

Χαμένη, αλλά και επίμονη πουτάνα που αρνείται να χαθεί. Βάρκα. Τελευταία. Μεγάλη. Ένας δεν βρέθηκε να την σκοτώσει. Αιώνες τώρα. Τη χαρίζω. Τη θέλει κανείς?

Υ.Γ.
So little to say, so much time.
Thanx Niko.

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008

Τελικά ο δείκτης Νοημοσύνης μου πρέπει να είναι πολύ χαμηλός. Γράφω χωρίς λόγο και αιτία, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς διεύθυνση και χωρίς στυλό. Αντιλαμβάνομαι πλήρως την παντελή έλλειψη αντίληψης που έχω και διεκδικώ την άγνοια μου.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Resurrection

Incomplete resurrection of my soul. Arisen and yet it firmly lies on the sand, washed upon by salty water. Life, insight and yet feels annihilated. Mortal thoughts of eternity, never-ending struggle of a non-beginning. This realm of nevermore, beyond all good, beyond all evil, a puzzle of a million hermaphrodite pieces of mitotic multiplication.

Alas, I am the key bearer, or so they said.

Improvisation of calculation. A battle of peace, a war of love, mathematically randomized. Perpendicular thoughts in horizontal crevasses, fallen angels. Aesthetically ugly, distasteful my beautiful soul is. I stand corrected once again, I stand alone and yet I am not there either. Parachuting in a sea of parasitic feelings, I suffice and I alleviate the pain, the hurt, the love.

In the dominion of my microcosm I feel so lost, so confused. I try to accentuate what was once good, what I thought was good. I try to stand tall in my hour of falling. I gape upon the sublimity of my inadequacy and before all that matters I confess my guilt. I have eternally and ceaselessly loved you. Before I knew you, before you were born, before I was born. Is this my punishment? Partial revivification of my soul? Well what is the crime, what is the charge my lord?

Oxymoron. I shall not suffocate before this travesty of a trial. Who am I to judge me? I will stand tall and will endure. The guilt is not mine, the crime is not mine. This judgment shall not be passed upon me. Removed be burden from my soul. Be gone. The water is fresh, the soul revives. My love will win the chalice. My darkened eyes shall again blaze. Your hands will be my guide. Oh loveliest of lovelies, evermore I shall wait. And come if you will, I will rejoice, the partial death will forever perish, and my soul will rise, complete, beautiful and unique. Resurrected.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Ανυποταξία

Ανυποταξία της ύπαρξης του. Αρνείτο να καταλάβει το πώς του ξέφυγε ο έλεγχος, το πώς ένα φευγαλέο γέλιο, ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα, μία λέξη μουγκή, γκρέμισε το σινικό του τείχος.

Η πλοκή πήγαινε πίσω χρόνια, πολλά χρόνια, πριν καν αυτός γεννηθεί. Πίσω σε χρόνια που οι μνήμες έχουν ξεχάσει και που οι αλήθειες ήταν πιο αληθινές και από το μεγαλύτερο ψέμα. Εκεί και τότε που οι ψυχές πάλευαν για την αγάπη και για τον φόβο. Εκεί που σφυρηλατήθηκε ο αέρας, το νερό, η φωτιά και η γη της. Εκεί που οι χειμώνες σμίλεψαν την ύπαρξη της και τα καλοκαίρια έλαμψαν το πνεύμα της. Η ανιδιοτέλεια του σύμπαντος σε ένα χορό δημιουργίας. Και η πορεία είχε προδιαγραφεί. Εκατομμύρια χρόνια πορείας. Τελειότητα ακολουθούμενη από τελειότητα ακολουθούμενη από τελειότητα ακολουθούμενη …..

Και τόσο απλά, τόσο ξαφνικά περπάτησε μπροστά του, κάθισε, μίλησε, γέλασε, ανάπνευσε. Απλά, απλά την αγάπησε.

Δεν ήξερε τι να πει, τι να κάνει, τι να υποθέσει. Χάθηκε στο μπέρδεμα της απλότητας της, στο τίποτα του πάντα της, και στο νούσιμο της τρέλας του. Τα χέρια μουδιασμένα, τα μάτια κενά μα η καρδιά, πιο ώριμη από ποτέ, ήξερε. Έντυσε τις λέξεις του με ρούχα ψεύτικα και αλλήθωρα και άρχισε να της μιλάει. Η ξεφτίλα της μαγκιάς, της υποτιθέμενης μαγκιάς. Αγάπη και φόβος. Ένοιωθε το πρώτο, εξέφραζε το δεύτερο. Γλυκύτατη, ευγενική απορροφούσε τις ανοησίες του, δείχνοντας του ενδιαφέρον. Ψεύτικο η αληθινό, μόνο αυτή ήξερε.

Περίεργο, τόση αγάπη, για κάποια που ούτε καν ήξερε. Άρχισε να αμφισβητεί την ίδια του την καρδιά. Την ρωτούσε, του απαντούσε, την ξαναρωτούσε…ανάκριση στην ανάκριση. Προσπάθησε να την απομακρύνει αλλά όλο και πήγαινε πιο κοντά της. Προσπάθησε να την υποτιμήσει στο μυαλό του, αλλά όλο και περισσότερο την θαύμαζε. Αυτή, απόμακρη, διαισθανόταν. Και τρόμαζε. Όσο πιο γλυκά, όσο πιο ευγενικά την πλησίαζε τόσο περισσότερο την τρόμαζε και το έβλεπε, το ένοιωθε στο πετσί του.

Και έκλεισε την καρδιά και μαζί της οποία ελπίδα ευτυχίας έβλεπε στην ύπαρξη της. Μιζέρια. Κάθε «απειλή» χαράς τον τρόμαζε.

«Μερικοί άνθρωποι γεννήθηκαν για να ζήσουν μόνοι.

Μερικοί άνθρωποι γεννήθηκαν για να πολεμήσουν σε μάχες όπου ο νικητής πάντα χάνει.

Μερικές σιωπές είναι αιώνιες.

Είμαι από άλλο παραμύθι.

Σε αγαπώ όσο και όπως δεν φαντάζεσαι».

Έγραφε σε ένα δεφτέρι. Σκέψεις σκόρπιες, ασυνάρτητες και αιμοβόρες. Πως τον μπέρδευε έτσι ο νους, τον στέρευε και μετά του γύρευε θάρρος και παλικαριά. Μίσεψε την μορφή, την ύλη, την σκέψη της δικής του απουσίας. Στέγνωσε.

Και την έχασε πριν καν την αποκτήσει, πριν προλάβει να κάνει προσπάθεια απόκτησης της. Έπρεπε να φύγει.

Forever………Forever.

Για την D.

Η ανάγκη του να ξεφύγει από το αόριστο και παραπαίων ζεϊμπέκικο παραχαράχτηκε σε ένα μικρό χαμόγελο της. Η σύντομη περιήγηση του στο γυμνό της εγώ, του άλλαξε την δομή της αδόκιμης ύπαρξης που χρόνια τον κορόιδευε ότι ήταν η δική του. Πριν την αγγίξει, πριν την γευτεί, πριν καν αντικρίσει τον ωκεανό, που πίστευε ότι ήταν τα μάτια της...δεν υπήρξε. Το φευγαλέο μικρό της χαμόγελο έγινε πικρό αλλά παρέμεινε ανόθευτο. Η αγάπη που έκρυβε έγινε πια φανερή και ξάστερη, και όσο έλιωνε το κορμί τόσο αυτή ανδρωνόταν και φιλούσε ζωτικά την γεννήτρια της δικιάς του ζωής, της ζωής που γινόταν η γεννήτρια της δικιάς της ζωής.
ΟΙ τελευταίες μέρες δεν είναι καλές. Η αβεβαιότητα, ο θάνατος ή η ζωή. Τόσο ευαίσθητα αλληλένδετα όλα. Συνάμα, τόσο κανιβαλικά ατίθασοι όροι και προσδιορισμοί. Ασυμβίβαστοι και αχόρταγοι. Ολοκληρωτική νίκη επί μονίμου βάσεως ζητούσε ο θάνατος, και ολοκληρωτική νίκη με αναστολή ζητούσε η ζωή. Τα χέρια, τα μάτια και ο σεισμός στη καρδιά, το υγρό τοπίο ζητούσαν επίμονα και επίπονα να ξημερώσει Σάββατο, να ξημερώσει Κυριακή...και ο φόβος στο κορμί και στη ψυχή...μετρούσε ώρες μέχρι την Παρασκευή. «Θεέ μου και ας ήξερα ποια μέρα θα πεθάνω...και του θανάτου μου γενέθλια να κάνω...».
Δεν έχω την δύναμη να πολεμήσω για σένα όσο θα ήθελα να είχα την δύναμη να έκανα. Δεν ξέρω πως να προσευχηθώ, πως να ζητήσω βοήθεια...για σένα, και συνάμα για μένα.
Ξύπνα αγάπη μου, η μέρα έφτασε...η ώρα έφτασε...my heart is open...please come home....